Πέμπτη 6 Ιουλίου 2006

Το Άλμπατρος της γνώσης.....

Το λεξικό των χρωμάτων
Μαίρη Κολώνια (Εκδ.Λιβάνη)

Να ένα ελληνικό μυθιστόρημα με μια ενδιαφέρουσα ιδέα.
Η 18χρονη Ζωή πάσχει από συναισθησία, μια αλλόκοτη
ασθένεια κατά την οποία ο εγκέφαλος επεξεργάζεται
ένα ερέθισμα διεγείροντας περισσότερες από μια αισθήσεις,
με αποτέλεσμα να "βλέπεις" τη μουσική η να "ακούς"
τις μυρωδιές. Η Ζωή "βλέπει" τις λέξεις σαν πολύχρωμες
εικόνες, πράγμα που δημιουργεί πρόβλημα όταν διαπιστώνει
ότι η λέξη "αγάπη" είναι η πιο σκοτεινή απ όλες.

Δεν ξέρουμε πως να φυλαχτούμε από την αγάπη.
Στεκόμαστε μπροστά της, αθώοι, όπως μας γέννησε η μάνα μας.
Κι όταν είμαστε πια εντελώς ανυπεράσπιστοι, τότε αρχίζουν
να σκάβονται μέσα μας αθόρυβα οι πιο βαθιές πληγές.
Γιατί πιο επικίνδυνοι είναι οι άνθρωποι από τους οποίους
δεν υποψιαζόμαστε ποτέ πως κινδυνεύουμε.
Η Ζωή δε θυμόταν πότε οι λέξεις άρχισαν να μεταφράζονται
σε πολύχρωμες εικόνες στο παιδικό της κεφάλι.
Έτσι ήταν από την αρχή. Από τότε που απέκτησε συναίσθηση
του εαυτού της, ο ήχος κάθε λέξης της προκαλούσε το ίδιο
πολύχρωμο οπτικό ερέθισμα.
Η Κυριακή ήταν εκρού, με διάφανες οριζόντιες ρίγες,
Η Αθήνα, που είχε σχήμα πεταλούδας, ήταν κόκκινη
κι έσβηνε σε πράσινες αχτίνες με λευκό περίγραμμα.
Η μαμά ήταν αχνοπράσινη, βελούδινη, με κεντημένα
Ροζ μπουμπούκια κινέζικου γαρίφαλου.
Όταν η μαμά έφυγε ξαφνικά από το σπίτι το πολύχρωμο
σύμπαν της Ζωής ξεθώριασε.
Ως τότε, είχε ταυτίσει την απώλεια με τον θάνατο.
Τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει όμως για την απώλεια
της μαμάς, που έφυγε ζωντανή.
Με την θέλησή της.
Έτσι ξεκίνησε το Λεξικό των Χρωμάτων.
Για να έχει κάτι να της δείξει όταν θα γύριζε.
Η Ζωή μεγάλωσε.
Το λεξικό τέλειωσε από χρόνια
Όμως η μαμά δεν γύρισε ακόμα.....

Στον αντίποδα της αγάπης δε βρίσκεται το μίσος
αλλά η μεγαθυμία.
Δεν είναι ζήτημα προαίρεσης αλλά χωρητικότητας
μεγέθους του δοχείου της ψυχής.
Και η Ζωή, στα εφτά της χρόνια, αρνήθηκε να επιτρέψει
στον πόνο να συρρικνώσει τα ζωτικά όργανα της ύπαρξής της.

Τελειώνοντας το μυθιστόρημα γράφει.
Ξαφνικά, είχαν γίνει οι τρεις τους οικογένεια.
Τα μέλη δεν είχαν το ίδιο επώνυμο, το ίδιο σπίτι, την ίδια γάτα
να νιαουρίζει στο σκοτάδι, αλλά είχαν κάτι άλλο κοινό.
Την ανάγκη να εξαφανίζονται από τη ζωή των άλλων
τη στιγμή που τους είχαν περισσότερη ανάγκη.

1 σχόλιο:

Unknown είπε...

Έχεις απόλυτο δίκιο καλή μου
Μοργκάνα.
Είναι πολύ σκληρή η τελευταία
φράση και για αυτό το έγραψα.

Ασφαλώς και δεν ήμαστε όλοι έτσι.
Και εγώ δεν είμαι από τους
ανθρώπους που λακίζουν, μπροστά
σε οποιαδήποτε δυσκολία η στιγμή
μεγάλης ανάγκης.

Και ασφαλώς στο θάνατο βαδίζουμε πάντα παρέα με τον θάνατο
που πάντα βρίσκεται δίπλα μας
μέχρι το τέλος.

Καλό σου βράδυ.